Ποιοί είμαστε

• Σύντομο Ιστορικό
• Θέσεις και απόψεις


Σύντομο Ιστορικό

Η Οικολογική Κίνηση Θεσσαλονίκης είναι από τις παλαιότερες οικολογικές οργανώσεις στην Ελλάδα και αποτέλεσε πρότυπο και αρωγό σε μια σειρά από άλλες οικολογικές κινήσεις και πρωτοβουλίες σε όλη τη χώρα. Ιδρύθηκε το 1982, με σκοπούς την ευρύτερη ανάπτυξη και καλλιέργεια της οικολογικής και περιβαλλοντικής συνείδησης και την ενεργή παρέμβαση στα προβλήματα ποιότητας ζωής και περιβάλλοντος, τόσο στα αστικά όσο και στα φυσικά οικοσυστήματα.

Οι ιδεολογικές της κατευθύνσεις ταυτίζονται με τους τέσσερις ιδεολογικούς πυλώνες του διεθνούς οικολογικού κινήματος:
α) προστασία του περιβάλλοντος
β) ειρήνη και μη-βία
γ) άμεση δημοκρατία
δ) ανθρώπινα δικαιώματα και κοινωνική αλληλεγγύη
Όμως θεωρεί πως έχει μια μεγαλύτερη συγγένεια προς το ρεύμα της Κοινωνικής Οικολογίας, όπως διαμορφώνεται κυρίως μέσα από το έργο του Murray Bookchin. Άλλες επιρροές κατά την περίοδο της ίδρυσής της ήταν ο Andre Gorz και ο Ivan Illich.

Η πρώτη μεγάλη καμπάνια που οργάνωσε, λίγους μόνο μήνες μετά την ίδρυσή της (1983), ήταν ενάντια στην κατασκευή της Περιφερειακής Οδού της Θεσσαλονίκης, που θα περνούσε μέσα από το περιαστικό δάσος της πόλης (Σέϊχ Σου), προκαλώντας μια απώλεια αρκετών εκατοντάδων στρεμμάτων πολύτιμου πευκοδάσους. Πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις τόσο στο δάσος όσο και στην πόλη, ενώ μια πορεία που συνδυάστηκε με ποδηλατοπορεία κατάφερε και συγκέντρωσε πάνω από 2.000 άτομα.

Παρά το γεγονός ότι ο δρόμος τελικά κατασκευάστηκε, η Κίνηση κατάφερε να θέσει τα θεμέλια μιας διαφορετικής, οικολογικής αντιμετώπισης του κυκλοφοριακού ζητήματος και γενικά του σχεδιασμού των πόλεων, καταδεικνύοντας την αδιέξοδη και καταστροφική ιδεολογία της συνεχούς διευκόλυνσης και αύξησης των ΙΧ. Αντίθετα, δόθηκε έμφαση στην ποιότητα ζωής των πολιτών, μέσα από τη διευκόλυνση των πεζών, των ποδηλάτων και των μέσων μαζικής μεταφοράς.

Η δράση της συνεχίστηκε την υπόλοιπη δεκαετία, με πρωτοβουλίες για τις βιομηχανίες της πόλης (Jet Oil, ΕΘΥΛ, ΕΚΟ, Χημικές Βιομηχανίες Βορείου Ελλάδος, κλπ.), το κυκλοφοριακό, τη ρύπανση του Θερμαϊκού, το πράσινο και τα ρέματα της πόλης, τα οικοσυστήματα και την άγρια ζωή στο Νομό Θεσσαλονίκης, κ.ο.κ.

Έπαιξε κεφαλαιώδη ρόλο στην ίδρυση πανελλαδικών πρωτοβουλιών (Αντιπυρηνική Πρωτοβουλία, Ομοσπονδία Οικολογικών και Εναλλακτικών Οργανώσεων).

Στην ίδρυση του ελληνικού πράσινου κόμματος των Οικολόγων – Εναλλακτικών συναίνεσε διστακτικά. Όπως αποδεικνύεται από ντοκουμέντα της περιόδου εκείνης (1989), οι τρεις κυριότερες οικολογικές οργανώσεις της χώρας (Νέα Οικολογία, Εναλλακτική Κίνηση Οικολόγων, Οικολογική Κίνηση Θεσσαλονίκης), διέθεταν ισχυρές πλειοψηφίες μεταξύ των μελών τους που δεν ήθελαν τη μετατροπή της Ομοσπονδίας σε Κόμμα και θεωρούσαν τη συμμετοχή ενός οικολογικού κόμματος στην κεντρική πολιτική σκηνή τουλάχιστον ανώριμη. Στις συνεδριακές διαδικασίες όμως, επικράτησε μια πλειοψηφία από άτομα και ομάδες είτε με την ορμή του νεοφώτιστου είτε με τις φιλοδοξίες του προερχόμενου από άλλους πολιτικούς χώρους. Οι πρώτες εκλογικές επιτυχίες (που μεταφράστηκαν σε μια έδρα στη βουλή) έδειξαν και τις μεγάλες αδυναμίες του εγχειρήματος. Το νεφελώδες, ετερόκλητο και ταχύτατα συγκολλημένο αυτό μόρφωμα γρήγορα κατέρρευσε, παρασύροντας και τις δυναμικότερες οικολογικές οργανώσεις. Η δεκαετία του ‘90 θα χαρακτηριστεί από την υποχώρηση του οικολογικού κινήματος και την ανάπτυξη στη θέση του, του περιβαλλοντικού κινήματος (η διαφορά έγκειται στο ότι το δεύτερο δεν θέτει κοινωνικούς και πολιτικούς προβληματισμούς), κυρίως μέσα από οργανώσεις διεθνούς ή πανελλαδικής εμβέλειας.

Η Οικολογική Κίνηση ανέκαθεν θεωρούσε το δημοτικό επίπεδο ως πιο κατάλληλο για την ανάπτυξη της οικολογικής πολιτικής και της αμεσότερης, συμμετοχικής δημοκρατίας. Γι’ αυτό και έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στο τοπικό επίπεδο, συμμετέχοντας από το 1990 και μετά, μαζί με άλλες συγγενικές δυνάμεις, σε όλες τις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές. Αυτή τη στιγμή, η Δημοτική και Νομαρχιακή Κίνηση “Οικολογία – Αλληλεγγύη” εκπροσωπείται στο Νομαρχιακό Συμβούλιο με δύο Νομαρχιακούς Συμβούλους (τη Δήμητρα Γωγάκου και τον Μιχάλη Τρεμόπουλο, που είναι από τα ιδρυτικά και δραστήρια μέλη της Κίνησης) και αναπτύσσει αξιόλογες παρεμβάσεις στην πόλη και το νομό.

Μια από τις πιο παραγωγικές θεματικές ομάδες που λειτούργησαν στα πλαίσια της Κίνησης, ήταν η αντιμιλιταριστική. Πρωτοπόρος στην ανάδειξη του ζητήματος της πολιτικής-ειρηνιστικής (σε αντίθεση, αλλά όχι αντιπαράθεση, με αυτή της θρησκευτικής) αντίρρησης συνείδησης, στήριξε την έκδοση του περιοδικού ΑΡΝΟΥΜΑΙ και βέβαια όλους τους αντιρρησίες που εμφανίστηκαν μετά την ίδρυσή της. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πρώτος πολιτικός αντιρρησίας στην Ελλάδα, ο Μιχάλης Μαραγκάκης, αποφάσισε να αρνηθεί τη στράτευση (1986) εμπνεόμενος από το πλαίσιο προβληματισμού που έθεσε η ομάδα του ΑΡΝΟΥΜΑΙ.

Τόσο το ΑΡΝΟΥΜΑΙ, όσο και η Οικολογική Κίνηση, αντιτάχθηκαν στην αναζωπύρωση του εθνικισμού που χτύπησε τα Βαλκάνια και τη χώρα μας τη δεκαετία του ‘90. Διαφώνησαν με τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό και την υποστήριξη της ελληνικής κοινωνίας στο καθεστώς και τις πρακτικές του Μιλόσεβιτς. Στην τελευταία επίθεση του ΝΑΤΟ στη Σερβία δε (1999), καταδίκασαν τόσο τους βομβαρδισμούς όσο και τις σερβικές πρακτικές μισαλλοδοξίας και εθνοκάθαρσης. Η Κίνηση δεν δίστασε να διαχωρίσει τη θέση της από εκείνες των μεγάλων Ευρωπαϊκών Πράσινων κομμάτων, που υποστήριξαν έναν «ανθρωπιστικό» πόλεμο. Καταδίκασε τη δήλωση του Πράσινου Γερμανού Υπουργού Εξωτερικών Γιόσκα Φίσερ («ποτέ δεν ήμουν στο ειρηνιστικό κίνημα – εγώ ανήκα στην επαναστατική αριστερά») και επέμεινε στις θέσεις που εναντιώνονται σε κάθε μορφή βίας, «επαναστατικής», «ανθρωπιστικής», ή οποιασδήποτε άλλης.

Η Οικολογική Κίνηση αποτελεί σήμερα θεσμό για την πόλη της Θεσσαλονίκης που έχει συμβάλλει σημαντικά στη διάδοση των οικολογικών ευαισθησιών και έχει να επιδείξει ένα πλούσιο έργο σε μια σειρά περιβαλλοντικά αλλά και κοινωνικά – πολιτικά θέματα. Από το 1987 έχει επίσημο καταστατικό “σωματειακής” μορφής ενώ διατηρεί οργανωμένα γραφεία στο κέντρο της πόλης από το 1982. Οι οικονομικοί πόροι της οργάνωσης προέρχονται κύρια από εισφορές μελών και την πώληση υλικού.


Θέσεις και απόψεις

Η Οικολογική Κίνηση συμμετείχε και υποστήριξε όλες εκείνες τις προσπάθειες που:
- αντιστάθηκαν έμπρακτα στις πολιτικές υποβάθμισης της πόλης, της χώρας και του πλανήτη

- υπερασπίσθηκαν τη φύση και την ποιότητα ζωής στην ύπαιθρο

- συμμετείχαν σε αγώνες ενάντια στον πόλεμο, τον εθνικισμό, το σεξισμό, το ρατσισμό, το μιλιταρισμό και υπέρ της ειρήνης και της φιλίας των λαών, της συμπαράστασης στους πρόσφυγες και τους μετανάστες, για τα ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα

- οραματίστηκαν μια άλλη κοινωνία, απελευθερωμένη από τα συμφέροντα, την κερδοσκοπία, την οικοκτονία, μια κοινωνία οικολογική και κοινωνικά αλληλέγγυα.

Υπάρχει όμως και ένα βασικό παλιό κείμενο, που αναπαράγεται σχεδόν αυτούσιο στο Οικολογικό Ημερολόγιο από το 1987:

Η δική μας οικολογία

Ήδη από το 1982 έχουμε πει ότι αντιλαμβανόμαστε την οικολογία ως το εργαλείο ανάλυσης, κριτικής και αλλαγής της κοινωνίας, που ξεκινάει από μια καινούργια οπτική γωνία, για να επανατοποθετήσει τον άνθρωπο μέσα στη φύση, αξιοποιώντας τα πορίσματα της επιστήμης και μετουσιώνοντάς τα σε κοινωνική πρακτική, με άξονες πλεύσης την αλληλεξάρτηση, τη φυσικότητα, την πολλαπλότητα και την πολυμορφία. Έτσι, γίνεται κατανοητό ότι η οικολογία, πέρα από τον εντοπισμό των φυσικών νόμων που διέπουν τα οικοσυστήματα, την καταγγελία της ανατροπής της οικολογικής ισορροπίας και τον αγώνα για την προστασία του περιβάλλοντος, επεκτείνεται αναπόφευκτα στην κριτική του τρόπου ζωής, παραγωγής και κατανάλωσης. Σε τελική ανάλυση και αντίθετα απ’ ότι πολλοί πιστεύουν, η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση δεν είναι παρά αντανάκλαση της κυριαρχίας ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο. Αυτό πρεσβεύει η κοινωνική οικολογία, που δεν αρκείται να κολλάει τσιρότα στο πληγωμένο κορμί του πλανήτη.
Ίσως οι στόχοι μας να ‘ναι φιλόδοξοι. Αλλά θέλουμε να αλλάξουμε πολιτισμό. Να ξεπεράσουμε τη βιομηχανική, καπιταλιστική κοινωνία της κυριαρχίας και στη θέση της να οικοδομήσουμε μια οικολογική κοινωνία αυτόνομων κοινοτήτων και ανθρώπων. Μια κοινωνία που να αποτελεί μια “αρμονική σύνθεση πάθους, ορθολογικότητας και φαντασίας”. Και για να γίνουμε πιο σαφείς, ας δούμε που εστιάζεται η οικολογική κριτική και που στοχεύουν οι εναλλακτικές λύσεις που προτείνουν οι οικολόγοι.

Μετά την κατάρρευση του κρατικού και γραφειοκρατικού σοσιαλισμού (δηλαδή καπιταλισμού) της Ανατολής, το δυτικό καπιταλιστικό μοντέλο και μάλιστα με ορμή της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας, που επηρεάζει και τους σοσιαλιστές, “παγκοσμιοποιείται” και κυριαρχεί παντού, ακόμη και με τη δύναμη των όπλων.

Με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, η κοινωνία που ζούμε λατρεύει, με θρησκευτική σχεδόν ευλάβεια, την “εργασία”, την “παραγωγή”, την “πρόοδο” και την “ανάπτυξη”, που νοούνται μόνο ως πρόοδος και ανάπτυξη των “παραγωγικών δυνάμεων”, δηλαδή του κέρδους. Εργαλεία αυτής της “ανάπτυξης” αποτελούν η “ουδέτερη”, όπως θέλει να εμφανίζεται, επιστήμη και τεχνολογία.

Η κοινωνία της ανάπτυξης που ζούμε, δομείται καθ’ εικόνα και ομοίωση του τρόπου παραγωγής. Είναι συγκεντρωτική ως προς την κατανομή της εξουσίας, συγκεντρωτική όσον αφορά τη χωροταξία της και τις βασικές ανθρώπινες λειτουργίες, τυποποιημένη όσον αφορά τις συμπεριφορές της, μαζοποιημένη ως προς τις ανθρώπινες εκδηλώσεις, πληθωρική και γιγαντομανής ως προς τα μεγέθη.

Αυτός ο τρόπος δόμησης της κοινωνίας και της παραγωγής, που βασίζεται στην κυριαρχία και την αυστηρή ιεράρχηση των αρμοδιοτήτων και των προνομίων, που υποτιμά το «θηλυκό» και καταπνίγει τις ιδιαιτερότητες, είναι που έχει οδηγήσει την ανθρωπότητα στο χείλος της οικολογικής καταστροφής, που έχει καταδικάσει το μισό πληθυσμό της Γης σε θάνατο από πείνα και που θέτει τη ζωή σε συνεχή αμφισβήτηση με την απειλή ενός πυρηνικού ολέθρου.

Ε, λοιπόν αυτή η κοινωνία δεν μας κάνει. Οφείλουμε να την αλλάξουμε. Πρέπει να την αλλάξουμε. Και οι προτάσεις των οικολόγων γι’ αυτό είναι σαφείς.

Ήδη από το 1982 αντιπροτείνουμε «μια κοινωνία απελευθερωμένη από τη λογική της «προόδου», της ανεξέλεγκτης παραγωγής και της αυστηρής εξειδίκευσης, βασισμένη στην αυτοδιαχείριση και την αυτοοργάνωση, που ξανατοποθετεί τον άνθρωπο σε αρμονική σχέση με το περιβάλλον του». Αυτή η οικολογική κοινωνία των αυτόνομων κοινοτήτων, δομείται με βάση τις αρχές του συνομοσπονδισμού, την αυτοδιαχείριση της παραγωγής και την αυτορύθμιση, προκρίνει τα μικρά μεγέθη, την αποκέντρωση και τις ήπιες εναλλακτικές τεχνολογίες, σέβεται τους φυσικούς κύκλους και επαναπροσδιορίζει τις ανθρώπινες ανάγκες.

Σε κοινωνικό επίπεδο, η οικολογική σκέψη αρνείται την πατριαρχική δομή της κοινωνίας μας, προσπαθώντας να δώσει στις γυναίκες τη θέση που τις αξίζει και ενσωματώνοντας τις «γυναικείες αξίες» στην οικολογική κουλτούρα.

Αναγνωρίζει και σέβεται το δικαίωμα στη διαφορά, γιατί μια οικολογική κοινωνία δεν μπορεί παρά να είναι ταυτόσημη με την ποικιλότητα και την πολυμορφία των τρόπων έκφρασης, συμπεριφοράς, σκέψης, κουλτούρας και ζωής. Σε επίπεδο κοινωνικής οργάνωσης, η οικολογική σκέψη αρνείται την ιεραρχία και τις εξουσιαστικές σχέσεις και αντιπροτείνει την άμεση δημοκρατία, με όλα τα χαρακτηριστικά που της έχουν προσδώσει οι κοινωνικοί αγώνες και εμπειρίες, από την απαρχή της ανθρώπινης ιστορίας και ιδιαίτερα στην αρχαία αθηναϊκή πόλη. Δηλαδή αμεσότητα, συμμετοχή, εναλλαγή στα καθήκοντα και τα πόστα, άμεση ανάκληση, ισότιμη συμμετοχή ανδρών-γυναικών, σεβασμό και προβολή των απόψεων που μειοψηφούν κ.λ.π.

Για να μπορέσουν όλα αυτά να εφαρμοστούν στην πράξη, πιστεύουμε ότι πρέπει να αποφεύγουμε την κινούμενη άμμο της κεντρικής πολιτικής σκηνής, τον καριερισμό, τις ποικίλες εξαρτήσεις και τους επαγγελματίες του σταρ σύστεμ. Η τοπική δράση, η πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία, η πολιτική με τα καθημερινά της ρούχα μας συγκινούν περισσότερο. Γι’ αυτό και εκτιμούμε ιδιαίτερα όσους και όσες δραστηριοποιούνται σε δημοτικό και νομαρχιακό επίπεδο.

Τέλος, επειδή «δε μπορούμε να βασιστούμε σε κάποια αδυσώπητη πορεία της ιστορίας που θα μας σώσει αν δεν πετύχει ο δικός μας ιστορικός αυτομετασχηματισμός», προτείνουμε δύο προϋποθέσεις για τον αγώνα μας.

Η πρώτη προϋπόθεση αφορά τον τρόπο δράσης. Συνοψίζεται στη φράση «σκέψου συνολικά, δράσε τοπικά». Γιατί χωρίς συνολική θεωρία και παγκόσμια αντίληψη ο αγώνας μπορεί να ’ναι αδιέξοδος. Και η δεύτερη λέει πως η οικολογική σκέψη δεν πρέπει να μείνει στο επίπεδο της ιδεολογίας, αλλά να γίνει άμεσα -από σήμερα όπου αυτό είναι δυνατό- πράξη, τρόπος ζωής.

Ξεκίνα λοιπόν από τις δικές σου ανάγκες και μην περιορίζεσαι στο ρόλο του ιεραπόστολου ούτε το ρόλο του κυνικού παρατηρητή. Στο κάτω- κάτω η χειραφέτησή μας ή θα είναι έργο δικό μας ή δε θα υπάρξει ποτέ.

(Σημείωση: Το διακηρυκτικό αυτό κείμενο επαναλαμβάνεται από το πρώτο Οικολογικό Ημερολόγιο του 1987 σχεδόν αυτούσιο -με προσθήκη την τέταρτη παράγραφο- για ιστορικούς λόγους).