Μετεγκατάσταση της Δ.Ε.Θ.

ΤΗ ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΙΝΔΟΥ ΠΡΟΚΡΙΝΟΥΝ ΟΙ ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ

1106019

Η Τοπική Πολιτική Κίνηση Θεσσαλονίκης των Οικολόγων Πράσινων υποστηρίζει περισσότερο τη λύση της Σίνδου παρά εκείνη του Λαγκαδά για τη μετεγκατάσταση της ΔΕΘ για λόγους περιβαλλοντικούς, συγκοινωνιακούς και αστικού σχεδιασμού.

Επίσης, θεωρεί απαραίτητη και την περαιτέρω διαβούλευση για τη μακροπρόθεσμη στρατηγική ανάπτυξης της πόλης της Θεσσαλονίκης.

ΠΟΛΛΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΘΕΤΕΙ Η ΠΙΘΑΝΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΟΥ ΛΑΓΚΑΔΑ ΓΙΑ ΤΗ ΧΩΡΟΘΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΔΕΘ.

Τους τελευταίες μήνες συζητείται έντονα η περιοχή Λαγκαδά (περιοχή Μέρας, μεταξύ των Δήμων Λαγκαδά και Μυγδονίας) ως πιθανή επιλογή για τη μετεγκατάσταση της ΔΕΘ. Μάλιστα, σε πρόσφατα δημοσιεύματα φέρονται κυβερνητικές πηγές να θεωρούν ότι έχει περισσότερες πιθανότητες να επιλεγεί, καθώς πληροί τη βασικότερη προϋπόθεση που έχει θέσει η κυβέρνηση: καθαρό ιδιοκτησιακό καθεστώς και παραχώρηση άνευ ανταλλάγματος.

Ωστόσο, δεν φαίνεται να έχουν μπει πολλοί στον κόπο να κάνουν μια περιβαλλοντική αξιολόγηση, όπως και μια εξέταση στο πλαίσιο ορισμένων αρχών αστικής ανάπτυξης για την πόλη της Θεσσαλονίκης. Για τους Οικολόγους Πράσινους μια τέτοια αξιολόγηση και εξέταση φέρνει στην επιφάνεια αρκετά προβλήματα.

Η περιοχή βρίσκεται πολύ κοντά στον υπό διεθνή προστασία υγρότοπο των λιμνών Κορώνεια και Βόλβη (απόσταση αναπνοής από τη Β’ ζώνη). Η έκταση φαίνεται ότι αφορά γεωργική γη, η αλλαγή χρήσης της οποίας θα τη μετατρέψει σε αστική ζώνη με βαριές χρήσεις και μετακινήσεις, γεγονός που θα αλλάξει ριζικά το τοπίο και τη φυσιογνωμία της. Το γεγονός αυτό είναι αρνητικό για μια προστατευόμενη περιοχή που θα έπρεπε ήδη να έχουμε θέσει στρατηγικό στόχο για τις δραστηριότητες των γειτονικών της περιοχών να αποδοθεί στην ποιοτική και βιολογική γεωργία, στην περιβαλλοντική αποκατάσταση και στην προσέλκυση ενός ρεύματος ποιοτικού τουρισμού άμεσα συνδεδεμένου με τη μελέτη και ανάδειξη της βιολογικής αξίας της περιοχής. Έτσι, έρχεται σε αντίθεση με τα ίδια τα (έστω ανεπαρκή και ευεπίφορα σε σημαντικές αλλαγές) σχέδια της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης για αποκατάσταση της Κορώνειας και αποτροπή της περαιτέρω υποβάθμισης.

Επιπλέον, η εγκατάσταση της ΔΕΘ στη συγκεκριμένη περιοχή θα σφραγίσει ανεπανόρθωτα την αστική της εξέλιξη, καθώς θα ενθαρρύνει έντονες τάσεις ανοικοδόμησης στις γύρω περιοχές και ιδιαίτερα στην πόλη του Λαγκαδά. Αυτό θα επιταχύνει μια ήδη δυσάρεστη, αλλά προς το παρόν αργή διαδικασία επέκτασης (sprawling) του Πολεοδομικού Συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης προς την περιοχή των δύο λιμνών. Δεν χρειάζεται να υπογραμμίσουμε τη σοβαρότητα αυτής της εξέλιξης και τις επιπτώσεις της εις βάρος του διεθνούς σημασίας υγροτόπου.

Ανάλογα προβλήματα υπάρχουν βέβαια και στην άλλη λύση για μετεγκατάσταση της ΔΕΘ, αυτή του ΑΤΕΙΘ στη Σίνδο. Κι εκεί είναι κοντά ο υγρότοπος των Δέλτα των Ποταμών Αξιού, Λουδία, Αλιάκμονα και ιδιαίτερα η κοίτη του Γαλλικού Ποταμού που εμπίπτει εντός της Ζώνης Β’. Ωστόσο, εκεί η εν λόγω έκταση είναι ήδη σε μια διαμορφωμένη αστική περιοχή, με εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις. Επειδή μάλιστα, η Σίνδος θεωρείται μάλλον υποβαθμισμένη ενώ υπολείπεται σε υποδομές και χώρους δημόσιου χαρακτήρα, η μετεγκατάσταση της ΔΕΘ εκεί θα μπορούσε να βελτιώσει τις αστικές συνθήκες χωρίς να χρειαστούν ευρείες αλλαγές χρήσεων γης. Σημαντικός και αυστηρός όρος βέβαια είναι να μην υπάρξει περαιτέρω επέκταση του αστικού ιστού εις βάρος του υγροτόπου, τάση για την οποία ασκούνται ήδη έντονες πολιτικές πιέσεις. Αν τηρηθεί αυτός ο όρος και αν υπάρξει πρόβλεψη ώστε να γίνουν τα όποια κατασκευαστικά έργα εκτός της αναπαραγωγικής περιόδου των πουλιών που ζουν κοντά, τότε η μετεγκατάσταση της ΔΕΘ στη συγκεκριμένη περιοχή θα μπορούσε να έχει ακόμη και ευεργετικά περιβαλλοντικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα εάν η προστασία του ποτάμιου οικοσυστήματος, της ροής των υδάτων του και των αποικιών των πουλιών ενταχθεί μέσα στο σκεπτικό της συνολικής παρέμβασης (π.χ. με φυτοκάλυψη και ειδικά παρατηρητήρια της άγριας ζωής).

Πρόσθετα πλεονεκτήματα για τη λύση της Σίνδου αποτελούν:

  • Η γειτνίαση με οδικούς, θαλάσσιους και σιδηροδρομικούς άξονες
  • Η μικρή απόσταση από τον σιδηροδρομικό σταθμό Σίνδου, όπου κάνει στάση ο προαστιακός σιδηρόδρομος (1.800 μ.)
  • Η άμεση πρόσβαση που θα έχουν οι επισκέπτες από Θεσσαλία και Βόρεια Ελλάδα, χωρίς να χρησιμοποιήσουν το κέντρο της πόλης ή την περιφερειακή.

Έτσι οι μετακινήσεις στην νέα θέση της Δ.Ε.Θ. θα γίνονται:

  1. Για τους Θεσσαλονικείς με την χρήση μετρό / λεωφορείων / ποδηλάτων μέχρι τον Σιδηροδρομικό Σταθμό, στην συνέχεια με τον Προαστιακό Σιδηρόδρομο και για τα 1.800 τελευταία μέτρα από τον σταθμό μέχρι την νέα Δ.Ε.Θ. με το ειδικό λεωφορείο.
  2. Για τους επισκέπτες από το Αεροδρόμιο μέσω γραμμής Τραμ ή επέκτασης του Μετρό μέχρι τον καινούργιο Σιδηροδρομικό Σταθμό και προώθηση όπως (α).
  3. Για όσους έρχονται από την θάλασσα, μέσω της γραμμής 2 του μέσου σταθερής τροχιάς που θα διέρχεται από το λιμάνι και θα καταλήγει στον σταθμό. Μέχρι τότε, με μικρά υβριδικά/ηλεκτρικά λεωφορεία που μπορούν να ηλεκτροδοτούνται από συλλέκτες εντός του λιμανιού.

Με το πιο πάνω σκεπτικό, η λειτουργία της ΔΕΘ θα ενοχλεί ελάχιστα την πόλη.

Ορισμένες αντιρρήσεις που έχουν ακουστεί για τη λύση της Σίνδου έχουν να κάνουν κυρίως με το σχεδιαζόμενο μέγεθος της ΔΕΘ και τον τρόπο επιβολής μιας απόφασης σε ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα (το ΑΤΕΙ Σίνδου) το οποία κατ’ όνομα είναι αυτόνομο ενώ άλλοι αποφασίζουν πώς θα διαχειριστεί τις εκτάσεις του.

Θεωρούμε εξωπραγματικά τα σχέδια για έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων καθώς στις υπάρχουσες κλαδικές εκθέσεις ποτέ δεν χρησιμοποιούνται όλοι οι χώροι που υπάρχουν ενώ η Γενική Έκθεση του Σεπτεμβρίου στην ουσία στηρίζεται στους κρατικούς εκθέτες (Υπουργεία, Δημ. Οργανισμοί κλπ). Πιστεύουμε ότι μια έκταση 200 στρεμμάτων (δηλαδή λίγο μεγαλύτερη από τη σημερινή στο κέντρο της πόλης) θα είναι υπεραρκετή για τις ανάγκες της ΔΕΘ και για μελλοντικές της επεκτάσεις. Μόνο αν και όταν προκριθεί η Θεσσαλονίκη ως διοργανώτρια πόλη της παγκόσμιας Διεθνούς Εκθέσεως (περί το 2020 και μετά), ανάλογα με τις τεχνολογικές και αρχιτεκτονικές ανάγκες εκείνης της εποχής, ίσως θα μπορούσαν να κατασκευαστούν ορισμένες προσωρινές κατασκευές στον υπόλοιπο χώρο του αγροκτήματος του ΑΤΕΙ ή θα μπορούσε να βρεθεί άλλος χώρος μόνο για το χρονικό διάστημα λειτουργίας της συγκεκριμένης έκθεσης.

Όπως γίνεται σαφές από τα παραπάνω, η επιλογή θα πρέπει να συνοδευτεί από μακρόπνοο σχεδιασμό για την πόλη της Θεσσαλονίκης, που θα αφορά την αστική ανάπτυξη, τις κυκλοφοριακές παρεμβάσεις, την προώθηση του Τραμ, την προστασία του περιβάλλοντος και των κοντινών βιοτόπων με ιδιαίτερη οικολογική αξία, όπως και την περιφερειακή ανάπτυξη των γειτονικών μη-αστικών περιοχών. Τα θέματα αυτά επείγει να τεθούν σε δημόσια διαβούλευση, καθώς σήμερα διαφαίνεται μια τυχάρπαστη προσέγγιση από τους διοικούντες, χωρίς στρατηγική. Οι Οικολόγοι Πράσινοι πιστεύουμε ότι έχουμε μια ολοκληρωμένη πρόταση πάνω σε αρχές βιωσιμότητας και αειφορίας που απαντά στα πιο πάνω ζητήματα, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τις κυρίαρχες επιλογές της σημερινής κυβέρνησης και των διοικήσεων του Δήμου και της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης.

Η Τοπική Πολιτική Κίνηση Θεσσαλονίκης

των Οικολόγων Πράσινων

Comments are closed.