Θα μετατραπεί η χρηματοπιστωτική σε συστημική κρίση;

Άρθρο του Γ. Κολέμπα

Το ανέκδοτο κυκλοφορεί στο διαδίκτυο:
Μια φορά και έναν καιρό σ΄ ένα χωριό, ένας άντρας ο Χάρης ανακοίνωσε στους χωρικούς ότι θα αγόραζε μαϊμούδες προς 10 δολάρια τη μία. Ξέροντας οι χωρικοί ότι υπήρχαν πολλές μαϊμούδες γύρω στο δάσος πήγαν και τις έπιασαν. Ο Χάρης αγόρασε χιλιάδες προς 10 δολάρια τη μία όπως είπε. Το εμπόρευμα όμως λιγόστευε και οι χωρικοί σταμάτησαν να κυνηγάνε μαϊμούδες.
Ο Χάρης ξαναανακοινώνει ότι θα αγόραζε μαϊμούδες για 20 δολάρια τη μία. Οι χωρικοί έτρεξαν και έπιασαν και άλλες μαϊμούδες. Σύντομα όμως οι μαϊμούδες λιγόστεψαν κι άλλο, οι χωρικοί επέστρεψαν στα κτήματά τους. Ο Χάρης ανακοινώνει πάλι ότι επειδή δεν υπάρχουν πλέον πολλές μαϊμούδες θα αγόραζε τη μία προς 25 δολάρια. Οι χωρικοί πιάνουν και τις λίγες που έμειναν. Ο Χάρης τούς λέει καταλαβαίνω ότι δεν υπάρχουν πλέον παρά ελάχιστες μαϊμούδες γι’ αυτό και εγώ θα σας δώσω 50 δολάρια τη μία. Αλλά επειδή πρέπει να φύγω για την πόλη για δουλειές θα αναλάβει την αγοροπωλησία ο βοηθός μου.
Ο βοηθός φωνάζει τους χωρικούς και τους λέει. Κοιτάξτε τι έκανε ο Χάρης. Γέμισε ένα στάβλο γεμάτο με μαϊμούδες, θα σας τις πουλήσω εγώ για 35 δολάρια τη μία και όταν γυρίσει ο Χάρης τού τις πουλάτε εσείς για 50 δολάρια τη μία. Οι χωρικοί στριμώχτηκαν μάζεψαν όλες τις οικονομίες τους και αγόρασαν όλες τις μαϊμούδες.
Δεν ξαναείδαν ποτέ ούτε τον βοηθό ούτε τον Χάρη.

Στα τελευταία 30-35 χρόνια της παγκοσμιοποίησης, ο καπιταλισμός, ενώ 4πλασίασε το παραγόμενο προϊόν σε παγκόσμια κλίμακα, ταυτόχρονα 40πλασίασε το κυκλοφορούν χρήμα[1]. Απέφυγε όμως τον πληθωρισμό και τη πτώση των κερδών, επειδή το ίδιο διάστημα έπαιζε επενδυτικά και κερδοσκοπικά παιγνίδια σε πλανητικό επίπεδο και τα χρέη και τα δάνεια στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα ανέβηκαν στα ύψη[2].

Στο πρόσφατο παρελθόν οδηγήθηκαν σε κατάρρευση πολλές χώρες της περιφέρειας (μέσω των κερδοσκοπικών κινήσεων των globalplayers επενδυτών), ώσπου έφθασε η κατάρρευση και στη καρδιά του χρηματοπιστωτικού συστήματος, στις ΗΠΑ, μέσω των επενδύσεων που έκαναν οι διεθνείς τράπεζες με τα χρήματα των ξένων μικροκαταθετών και των ξένων ασφαλιστικών-συνταξιοδοτικών ταμείων, στην αμερικάνικη αγορά ακινήτων, μέσω στεγαστικών βασικά δανείων στη μεσαία τάξη. Όταν αυτά τα δάνεια δεν μπορούσαν πλέον να καλυφθούν, άρχισε η κατάρρευση. Ο πυρήνας της, σε ένα πρώτο επίπεδο, βρίσκεται στη διαχείριση κεφαλαίων από το τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα, που προώθησε τον υπερδανεισμό (που αφού δίνονταν τα δάνεια, ξαναπακετάρονταν και πουλιόταν ξανά και ξανά, ώστε στο τέλος δεν μπορούσε να εντοπίζεται η αρχική ευθύνη της δανειοδότησης) και σε ένα δεύτερο επίπεδο στις επενδύσεις σε ένα αδιέξοδο υπερκαταναλωτικό και ενεργοβόρο μοντέλο για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Ο νεοφιλελευθερισμός, που από το 1990 και μετά επιβλήθηκε σε όλο τον κόσμο σαν οικονομική θεωρία και ο οποίος έχει σαν βασικούς πυλώνες την απορύθμιση των αγορών, την απελευθέρωση της οικονομίας από το κράτος και τις ιδιωτικοποιήσεις, στηρίζεται ουσιαστικά στο αξίωμα του «ορθολογικού-πραγματιστικού» ανθρώπου (homo sapiens). Ο άνθρωπος όμως είναι ταυτόχρονα και μη ορθολογικός (παράλογος: homo demians). Και κάποιες χρονικές περιόδους, μπορεί να είναι και στιγμές αυτές, ακόμα και στους πιο ορθολογικούς ανθρώπους, επικρατεί η ανορθολογική πλευρά τους και πέφτουν στον παραλογισμό. Το ίδιο συμβαίνει, για παράδειγμα, και σε περιόδους ασύδοτης κερδοσκοπίας με τους επενδυτές και χρηματιστές (η κερδοσκοπία είναι ικανή να σε κάνει παράλογο: «υπάρχει πάντα ένας, ακόμα μεγαλύτερος τρελός από σένα, στον οποίο μπορείς να πουλήσεις τις ήδη ακριβές μετοχές σου, ακόμα ακριβότερα»). Τότε ο νεοφιλελευθερισμός αποτυγχάνει στην υπόθεσή του για τους πάντα ορθολογικά συμπεριφερόμενους παράγοντες της αγοράς και της οικονομίας.

Ποτέ δεν έχει κλείσει η θεωρητική συζήτηση, για το αν οι αγορές συμπεριφέρονται έτσι, ώστε πάντα «να επιτυγχάνεται το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα με τη λιγότερη δυνατή δαπάνη» και ότι «όλοι οι συμμετέχοντες έχουν πάρει τις ορθολογικές τους αποφάσεις». Αποδεικνύεται πολύ συχνά ότι η απληστία-βουλιμία οδηγεί σε μη ορθολογικές αποφάσεις. Και η απληστία-βουλιμία έχει γίνει γενικό χαρακτηριστικό του νεωτερικού ανθρώπου του βιομηχανικού πολιτισμού. Σε μερικούς μάλιστα παίρνει τη μορφή του κυρίαρχου χαρακτηριστικού. Είναι λοιπόν περισσότερο από σίγουρο ότι στη κάθε είδους αγορά δημιουργούνται ανισορροπίες, κάθε τόσο. Το να τις εντοπίζει κανείς έγκαιρα είναι πολύ δύσκολο, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για παγκοσμιοποιημένες αγορές.

Στη χρηματοπιστωτική αγορά, τα χρηματιστήρια και τη «νέα οικονομία» του ρίσκου, συμβαίνει πολύ συχνά να έχουμε και υπερβολικές τέτοιες ανισορροπίες. Και αυτό γιατί περίσσιο κεφάλαιο, σε περιόδους «μπουμ» (όπου λειτουργεί η συλλογική «μανία» του κοπαδιού[3]), επενδύεται μαζικά, χωρίς δεύτερη σκέψη (πρέπει να γίνεται πολύ γρήγορα, σε δευτερόλεπτα γιατί το απαιτεί η νέα τεχνολογία των επικοινωνιών και της πληροφορικής), σε ριψοκίνδυνες επενδύσεις, για την επίτευξη μεγαλύτερου και γρήγορου κέρδους.

Όταν όμως τελειώνει η περίοδος της ευφορίας, πολλοί αναγνωρίζουν πόσο αλόγιστα έχουν επενδύσει και προσπαθούν να «κατέβουν» όσο γίνεται πιο γρήγορα. Έτσι όμως μπορεί να ξεκινήσει ένας «πανικός». Όταν ο πανικός γίνει πολύ μεγάλος και αφορά σε πολλούς επενδυτές κάποιας συγκεκριμένης αγοράς π.χ. σε μια χώρα, τότε ξεκινά η κρίση στο χρηματιστήριο της χώρας και λόγω της παγκοσμιοποίησης μπορεί να εξελιχθεί σε κρίση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αν αυτή διαρκέσει αρκετά, μπορεί να περάσει και στη πραγματική οικονομία και να έχουμε μια παγκόσμια ύφεση, γιατί ο πανικός και η άρση εμπιστοσύνης γενικεύεται[4]. Αναπτύσσεται ένα άλλο μοντέλο σκέψης, σαν αντίδραση προς ένα μη ελεγχόμενο και μη οικείο κόσμο των παγκόσμιων συμπλεγμάτων και διαπλοκών (του «παγκόσμιου καζίνου»)

Η σημερινή κρίση έχει να κάνει όχι μόνο με τη «μανία» και τα λάθη της προηγούμενης περιόδου «μπουμ» και το σημερινό «πανικό». Έχει να κάνει και με τη γενικότερη αμφισβήτηση: η οικονομία δεν μπορεί να συνεχίζει να αναπτύσσεται δίχως όρια (ενώ τα προηγούμενα χρόνια αυτή η άποψη είχε επικρατήσει παντού). Αυτά τα όρια μπορεί να μη μπαίνουν από τα «κοινωνικά υποζύγια» (βλέπε εργαζόμενους, οι οποίοι δεν φαίνεται ακόμα ότι θα σταματήσουν να δέχονται χωρίς αντίδραση την υπερεκμετάλλευσή τους). Μπαίνουν όμως από την ίδια τη φύση και τις δυνατότητες που έχει ο πλανήτης. Τα οικολογικά όρια έχουν αρχίσει να φαίνονται καθαρά και όλες οι τάξεις, ιδιαίτερα οι μεσαίες, έχουν αρχίσει να το αντιλαμβάνονται πλέον. Δε μπορούν να διατηρήσουν το κοινωνικό τους στάτους και να αναπαραχθούν με βάση το προηγούμενο μοντέλο. Σημαντικό είναι επίσης ότι αμφισβητείται και ο «τεχνολογικός μεσιανισμός», δηλαδή ότι η επιστήμη και οι τεχνολογίες θα βρίσκουν τη λύση κάθε φορά. Οι ίδιες οι τεχνολογίες που απαιτούνται εξάλλου, χρειάζονται τόσο υψηλές και μακροχρόνιες χρηματοδοτήσεις, ώστε μακροπρόθεσμα, δεν μπορούν να στηρίξουν τη βιωσιμότητα αυτού του μοντέλου ανάπτυξης.

Η κατάρρευση τραπεζών μπορεί, σχεδόν πάντα, να έχει σαν αποτέλεσμα την κρίση συγκεκριμένων νομισμάτων. Αυτό μπορεί να οδηγήσει συγκεκριμένα κράτη να θέλουν να προστατέψουν τις εθνικές αγορές με διάφορα μέτρα, πράγμα το οποίο μπορεί να πλήξει και το παγκόσμιο εμπόριο (ιδιαίτερα των εξαγωγικών χωρών). Ταυτόχρονα έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση της μετανάστευσης καθώς και την απαίτηση για περισσότερο κράτος (αν και μπορεί να αμφισβητείται περισσότερο η πολιτική γενικά). Οι κυβερνήσεις όμως παρόλο που μπορούν να κάνουν πολλά για να καθυστερήσουν τη κατάρρευση, στο τέλος όταν έρθει πραγματικά η ώρα της, δε μπορούν να κάνουν κάτι ενάντια. Δεν είναι λοιπόν σίγουρο σε μια τέτοια φάση ότι «δε θα σπάσει ο λεπτός πάγος» στον οποίο κινείται ο καπιταλισμός και δεν θα οδηγηθεί σε μια συστημική κρίση.

Η τωρινή, μετά το σπάσιμο της φούσκας, μείωση των τιμών του πετρελαίου και η ταυτόχρονη ανατίμηση προς τα πάνω του δολαρίου, οφείλεται μεν στην επιστροφή στις ΗΠΑ των επισφαλών επενδύσεων στο εξωτερικό (ακόμα λειτουργεί το σύνδρομο της σιγουριάς του κέντρου του καπιταλισμού σε σχέση με την επισφαλή περιφέρεια) και άρα στην αύξηση της ζήτησης του δολαρίου[5] και όχι στη ζήτηση συμβολαίων πετρελαίου, θα έχει όμως σαν επακόλουθο το άνοιγμα της τεράστιας καταναλωτικής αγοράς της Κίνας στα καταναλωτικά προϊόντα των άλλων βιομηχανικών χωρών. Μέχρι τώρα η Κίνα είχε τριπλή στρατηγική: 1) του φθηνού της νομίσματος, για να εξασφαλίζει τις φθηνές εξαγωγές της, από τις οποίες συσσώρευε δολάρια 2) του ελέγχου της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών της για ξένα προϊόντα, ώστε να μη ξοδεύει το τεράστιο απόθεμα δολαρίων της σε εισαγωγές 3) να εξασφαλίζει με αυτό το απόθεμα τις πηγές ενέργειας σε οποιαδήποτε αυξημένη τιμή.

Έτσι οι τελευταίες πολύ αυξημένες τιμές του πετρελαίου, δεν οφείλονταν μόνο στο πεπερασμένο των αποθεμάτων του, αλλά και στην αυξημένη ζήτηση της Κίνας, που ήταν σε θέση να πληρώνει αυτή την αύξηση, λόγω του ότι πλήρωνε με φθηνό για αυτήν δολάριο. Τώρα το μεγάλο απόθεμά της σε δολάρια θα αυξήσει υπέρμετρα την διεθνή αγοραστική της δύναμη από τη μια, από την άλλη, το πέσιμο των τιμών του πετρελαίου θα την ευνοήσει επίσης υπέρμετρα και ίσως ήλθε και η ώρα των Κινέζων καταναλωτών. Μπορεί να λασκάρει τον έλεγχο των εισαγωγών, αυξάνοντας την ισοτιμία του νομίσματός της και δίνοντας τη δυνατότητα στους Κινέζους να καταναλώνουν και ακριβά ξένα προϊόντα. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει τονωτικά για τη πραγματική οικονομία των βιομηχανικών χωρών (π.χ. της Γερμανίας και για αυτό προσπάθησε πρόσφατα η Μέρκελ να πείσει τη Κινέζικη ηγεσία). Βέβαια υπάρχει το μειονέκτημα για αυτήν ότι θα αυξηθούν διεθνώς οι τιμές των κινέζικων προϊόντων και θα επιβραδυνθεί στη συνέχεια ο ρυθμός ανάπτυξής της. Όμως είναι γενικά παραδεκτό ότι ο κερδισμένος ακόμα και πολιτικά θα είναι η Κίνα[6]. Αμφισβητείται η πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ και το ερώτημα είναι αν η Κίνα θα γίνει ο καινούργιος σταθεροποιητικός ηγέτης του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος(και όλοι ξέρουμε τι σημαίνει για τον πλανήτη η επικράτηση του δυτικού καταναλωτικού μοντέλου σε ένα τέτοιο πληθυσμό) ή θα γίνει ο μεγάλος αποσταθεροποιητής του, αυξάνοντας τις φυγόκεντρες δυνάμεις του. Στηρίζοντας δηλαδή τα μέχρι τώρα θύματα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Το αν μια ύφεση θα ξεπερασθεί εξαρτάται από τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων. Αν τα θύματα της ύφεσης δεν αντιδράσουν και δεχθούν τις θυσίες που τους επιβάλλονται, τότε θα ξεπερασθεί. Αν όχι μπορεί να εξελιχθεί και σε συστημική κρίση. Σε κάθε περίπτωση, μακροπρόθεσμα, η παγκοσμιοποίηση (ή καλύτερα ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός) εξελίσσεται σε ένα σύστημα, που δε θα μπορέσει πια να ξαναβρεί την ισορροπία του, γιατί όλο και περισσότερο δεν μπορεί «να αποτελεί ένα σύστημα», αφού οι «απορυθμίσεις» που προώθησε οδηγούν σε μια χαοτική κατάσταση, ανεξέλεγκτη από τις ίδιες τις κινητήριες δυνάμεις της. Θα προσπαθήσει βέβαια να ελέγξει τις εξελίξεις και να αντεπεξέλθει οικοδομώντας ένα σύστημα ακόμα πιο βίαιο, εκμεταλλευτικό και καταστροφικό για τον άνθρωπο και τη φύση[7]. Με βασικούς κινητήρες, για μεν το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τις επενδύσεις στην πυρηνική ενέργεια, στη γενετική μηχανική και τη βιομάζα, για δε την πραγματική οικονομία με παραπέρα συγκεντροποιημένη βιομηχανική και μεταβιομηχανική παραγωγή στηριγμένη στην υπερεκμετάλευση της εργασίας και της φύσης. Η πυρηνική ενέργεια θα χρησιμοποιηθεί τόσο για την κατανομή και ανακατανομή της εξουσίας σε παγκόσμιο επίπεδο με τη μιλιταριστική της χρήση, όσο και στη συγκεντροποιημένη και κεντρικά ελεγχόμενη κατανομή της από αυτή παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας. Η αγρογενετική (μεταλλαγμένα φυτά και ζώα) θα χρησιμοποιηθεί σαν μηχανισμός ελέγχου της παγκόσμιας διατροφής και επακόλουθα της πολιτικής, ενώ το πόσιμο και γενικά το νερό θα μετατραπεί και αυτό σε ένα άλλο μέσο ελέγχου, ακόμα πιο αποτελεσματικό από τα προηγούμενα. Η καθαρά πολιτική διαχείριση αυτής της διεξόδου θα περνά από μηχανισμούς τύπου ΟΗΕ, G8, Ε.Ε. και της χρήσης των εθνικών κρατών σαν μηχανισμών καταστολής και ελέγχου των πολιτών, των εργαζομένων και της μετανάστευσης, καθώς και σαν μηχανισμών κοινωνικοποίησης των τυχών ζημιών και καταστροφών. Ακολουθώντας όμως την παραπάνω κατεύθυνση, μπαίνει αναγκαστικά σε μια περίοδο πολιτικού χάους και το πιθανότερο είναι ότι δεν θα κατορθώσει να βρει τη διέξοδο.

Η κρίση κι η αδυναμία των ισχυρών, θα αφήσουν χώρο για να αναδυθούν νέες πρωτοβουλίες και κοινωνικά κινήματα, τα οποία θα διαμορφώσουν νέες κατευθύνσεις στις οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες των ανθρώπων, που θα επιτρέπουν να εξασφαλισθεί μια συνετή ζωή για όλους και να διατηρηθεί η υπάρχουσα βιοποικιλότητα. Που θα βάλουν τις βάσεις ενός άλλου πολιτισμού, μετανεωτερικού, μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης μεταβιομηχανικής, στηριζόμενης στην ελεύθερη βούληση των ανθρώπων, μέσω της ατομικής-συλλογικής στάσης και δράσης.

Αυτή η νέα κατεύθυνση και στροφή, θα έχει περισσότερο να κάνει με μια αποκεντρωμένη, τοπικοποιημένη κοινωνία που θα έχει σαν κύτταρο την αυτοδύναμη κοινότητα. Η Τοπικοποίηση, με την έννοια της πρότασης ενός συνόλου πολιτικών που ενισχύουν προνομιακά το τοπικό επίπεδο, είναι η ουσιαστική απάντηση στα μεγασυστήματα της Παγκοσμιοποίησης και τη σημερινή τους κρίση. Παρέχει το πλαίσιο που οι άνθρωποι και οι κοινοτικές τους συλλογικότητες θα μπορέσουν να επαναπροσδιορίσουν και να ελέγξουν τη ζωή τους και την τοπική οικονομία, ώστε να επιτευχθεί η υποχώρηση της φτώχειας και των ανισοτήτων, η αναβάθμιση της ποιότητας ζωής και της πρόνοιας, η αναβίωση της συνοχής της ανθρώπινης κοινότητας και της περιβαλλοντικής προστασίας, η αποκατάσταση του αισθήματος ασφαλείας για το μέλλον. Το πλαίσιο της τοπικοποίησης απορρίπτει τον ανταγωνισμό σαν διαδικασία ανάπτυξης και δίνει έμφαση στη συνεργασία και την αλληλεγγύη για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος. Θα εμπνεύσει την πλειοψηφία των ανθρώπων να δημιουργήσει ένα νέο πολιτισμικό ρεύμα και μια νέα αυτοκαθοριζόμενη κοινωνία, ξεκινώντας από την τοπική κοινωνία, σε σχέση απόρριψης, αναδιάρθρωσης και ρήξης με την «υπαρκτή» παγκοσμιοποίηση και το κεντρικό εθνικό κράτος. Να δημιουργήσει αμεσοδημοκρατικές κοινότητες ανθρώπων, ομοσπονδίες κοινοτήτων, έθνη κοινοτήτων και κοινότητες εθνών.

Η πολιτική και κοινωνική οικολογία πρέπει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της στροφής.

Οι Ο.Π. ειδικά, σαν ένα κόμμα της κεντρικής πολιτικής σκηνής στη χώρα θα πρέπει να γίνει ένας από τους μηχανισμούς διαμόρφωσης αυτής της νέας κατεύθυνσης σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο και όχι ένας μηχανισμός που θα βοηθήσει στο ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης των μεγασυστημάτων του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Ας απεμπλακούν από τα παιχνίδια τους. Ας απαιτήσουν από τους κρατικούς φορείς:

· Επενδύσεις και διάθεση κρατικών πόρων για την ενίσχυση της τοπικής παραγωγής στην επίτευξη κοινωνικών και περιβαλλοντικών στόχων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

· Ενεργειακή και οικονομική αυτοδυναμία σε περιφερειακό επίπεδο 1) με την οργάνωση δραστηριοτήτων εξοικονόμησης ενέργειας και τη προώθηση των αποκεντρωμένων εναλλακτικών μορφών της 2) με τη δημιουργία αυτοδιαχειριζόμενων ομάδων -συλλογικοτήτων παραγωγοαναλωτών που θα στηρίζονται σε ντόπιες πηγές ενέργειας, υλικών και ποικιλιών 3) με τη στήριξη της τοπικής αγοράς και διανομής των αγαθών.

· Αποκατάσταση των οικολογικών-περιβαλλοντικών ανισορροπιών σε κάθε τόπο, με διάθεση πόρων από τη φορολόγηση της αντίστοιχης τοπικής υπάρχουσας ρυπαντικής οικονομικής δραστηριότητας.

· Τοπικά σύμφωνα απασχόλησης για τους ανέργους με τοπικές εταιρείες που θα ενσωματώσουν στη παραγωγή τους τοπικοποιημένους οικολογικούς και κοινωνικούς στόχους.

Από τους πολίτες:

Ενεργοποίηση, αυτοοργάνωση, αυτοπαραγωγή μέρους της τροφής τους και αγαθών ικανοποίησης μέρους των αναγκών τους. Ειδικά από τους μικροκαταθέτες να αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τις τράπεζες και να αγοράζουν αν μπορούν, καλύτερα ομαδικά, παρατημένη γη, για να τη μετατρέψουν (έστω και αργότερα, όταν θα υπάρχει πρόβλημα επιβίωσης) σε καλλιεργήσιμη είτε για τους ίδιους, είτε να τη δανείσουν σε άλλους που θα μπορούν να το κάνουν και θα έχουν ανάγκη. Από τους νέους των πόλεων να παρατήσουν την ανεργία και τη μιζέρια της αναζήτησης τυχόν μισθωτής εργασίας και σε ομάδες και συλλογικότητες να εγκαθίστανται σε χώρους αυτοπαραγωγής και αυτοδιαχειριζόμενους στην περιφέρεια, είτε εξασφαλίζοντάς τους συλλογικά, είτε απαιτώντας τους από κρατικούς, δημοτικούς, εκκλησιαστικούς φορείς που τους κατέχουν.

Γ. Κολέμπας


[1] Το 1971 η αξία του δολαρίου είχε καθορισθεί σε σχέση με τον χρυσό: 38 δολ. η ουγκιά. Το 2006 η σχέση έγινε: 600 δολ. η ουγκιά, ενώ σήμερα υπολογίζουν τη πραγματική σχέση σε 2000 δολ την ουγκιά. Στο ίδιο διάστημα ο δείκτης Dow-Iones στις ΗΠΑ 12πλασιάσθηκε, ενώ το εθνικό τους προϊόν μόνο 4πλασιάσθηκε. (Der Crash kommt, Max Otte. Ullstein Buchverlage, 2008)

[2] Το 2004 το χρέος των ΗΠΑ ανήλθε στο437% του οικονομικού τους προϊόντος, ενώ το 2005 ο όγκος των παγκόσμιων χρηματιστικών παραγώγων ήταν 5πλάσιο του παγκόσμιου προϊόντος.

[3] Από αυτήν δεν ξεφεύγουν ακόμα και κυβερνήσεις και μεγάλοι «θεσμικοί» επενδυτές, όπως οι τράπεζες Πρόκειται στη πραγματικότητα για μανία του όλου συστήματος, που επικρατεί σε περιόδους «μπουμ». Σε περιόδους «συλλογικής μανίας» οι αποφάσεις καθοδηγούνται από μηχανισμούς του κατώτερου εγκεφάλου και προέρχεται από τη περίοδο της βιολογικής εξέλιξης του ανθρώπου, όπου ίσχυε το «να προλάβεις να φας προτού σε φάνε». «Αγώνας, επίθεση ή φυγή» από την προϊστορία μάλιστα των ερπετών. Μόνο που διατηρείται ακόμα και στον νεωτερικό άνθρωπο από το καπιταλιστικό σύστημα.

[4] Άρση εμπιστοσύνης→σταματά ο δανεισμός μεταξύ τραπεζών και οικονομικών παραγόντων→παγώνει ο δανεισμός επιχειρήσεων και νοικοκυριών→πιθανή κατάρρευση παραγωγής, εργασίας, κατανάλωσης. Η ανοικοδόμηση της εμπιστοσύνης, αντίθετα με ότι συμβαίνει με την άρση της, απαιτεί μεγάλο χρονικό διάστημα. Έχουμε λοιπόν παρατεταμένη περίοδο περιορισμού των οικονομικών πράξεων, γιατί η μη πρόσβαση σε κεφάλαια και δάνεια εντείνει την ανασφάλεια και περιορίζει τον οικονομικό σχεδιασμό επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Αργά ή γρήγορα πολλές οικονομίες μπαίνουν σε περίοδο ύφεσης. Τα μέτρα των κυβερνήσεων στην τωρινή κρίση δημιουργούν και αυτά ανασφάλεια σε ένα βαθμό, γιατί είναι άγνωστο μέχρι στιγμής το κόστος των σχεδίων διάσωσης, απλά μπορούν να λειτουργήσουν έτσι ώστε να μη υπάρξει άμεση κατάρρευση.

[5] Η αύξηση της ζήτησής του οφείλεται και σε ένα άλλο λόγο: οι τράπεζες είχαν δανείσει το προηγούμενο διάστημα κύρια σε δολάρια. Τώρα ζητούν πίσω τα δολάριά τους. Έτσι οι δανειολήπτες, για να ξεπληρώσουν τα σε δολάρια δάνειά τους, αναγκάζονται να αγοράσουν από την αγορά αυτό το νόμισμα.

[6] Στο οικονομικό επίπεδο: το 2004 το εθνικό προϊόν ΗΠΑ και Κίνας ήταν αντίστοιχα 11,7 δις. Δολ. και 7,3. Με τους σημερινούς, προ της κρίσης, ρυθμούς προβλεπόταν ότι το 2016 η Κίνα θα ξεπερνούσε τις ΗΠΑ. Η κρίση μπορεί να έχει και σαν αποτέλεσμα αυτό να γίνει γρηγορότερα.

[7] Όμως η καταστροφή των δασών, για παράδειγμα, σε παγκόσμιο επίπεδο προκαλεί μεγαλύτερη ζημιά στη διεθνή οικονομία από ό,τι η σημερινή κρίση στις χρηματαγορές. Μόνο με τους σημερινούς ρυθμούς χάνονται φυσικά κεφάλαια τουλάχιστον 2 με 5 τρισ. δολαρίων κάθε χρόνο. Αυτή του λοιπόν η επιδιωκόμενη διέξοδος εμπεριέχει ένα μελλοντικό κραχ των οικοσυστημάτων.

Comments are closed.